αϊστόω

αϊστόω
ἀιστόω και ᾀστόω (Α)
1. κάνω κάποιον ή κάτι άφαντο, αφανίζω, καταστρέφω
2. φονεύω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄιστος.
ΠΑΡ. αρχ. ἀίστωσις, αἰστωτήριος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • αἰστῶν — ἀιστόω make unseen pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀιστόω make unseen pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀιστόω make unseen pres part act masc nom sg ἀιστόω make unseen pres inf act (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰστώσεις — ἀιστόω make unseen aor subj act 2nd sg (epic) ἀιστόω make unseen fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠίστωτο — ἀιστόω make unseen plup ind mp 3rd sg ἠΐστωτο , ἀιστόω make unseen plup ind mp 3rd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰστωθῆναι — ἀιστόω make unseen aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰστῶσαι — ἀιστόω make unseen aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰστώσειν — ἀιστόω make unseen fut inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾔστωσας — ἀιστόω make unseen aor ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀιστώσει — ἀϊστώσει , ἀιστόω make unseen aor subj act 3rd sg (epic) ἀϊστώσει , ἀιστόω make unseen fut ind mid 2nd sg ἀϊστώσει , ἀιστόω make unseen fut ind act 3rd sg ἀ̱ιστώσει , ἀιστόω make unseen futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀ̱ιστώσει , ἀιστόω make …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀιστώσω — ἀ̱ϊστώσω , ἀιστόω make unseen aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀϊστώσω , ἀιστόω make unseen aor subj act 1st sg ἀϊστώσω , ἀιστόω make unseen fut ind act 1st sg ἀ̱ιστώσω , ἀιστόω make unseen futperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀϊστώσω , ἀιστόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπᾳστῶν — ἐπαϊστῶν , ἐπί ἀιστόω make unseen pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἐπαϊστῶν , ἐπί ἀιστόω make unseen pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἐπαϊστῶν , ἐπί ἀιστόω make unseen pres part act masc nom sg ἐπαϊστῶν , ἐπί ἀιστόω make… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”